Πολλά έχουν γραφτεί, λεχθεί, συζητηθεί κ.ο.κ. για το νέο φαινόμενο, την νέα μόδα, τάση, τρέλα κο.κ., στην οποία ακόμη και οι επικριτές/σκεπτικιστές της βλέπουν θετικά στοιχεία.«Έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε αμερικανικά πανεπιστήμια έδειξε πως το facebook είναι το δεύτερο πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο, μαζί με το σεξ και την μπίρα! Πρώτο είναι το ipod!»
Η ΟΥΣΙΑ είναι ότι δεν είναι παρά ένας απέραντος λαβύρινθος ηλεκτρονικού φακελώματος και ΑΝ συμφωνήσουμε και αποδεχθούμε αυτό (μπορούμε και αλλιώς;!;!), τότε δεν έχουμε παρά να το δούμε ως ένα υποκατάστατο «διασκ-ed-δασης»…
Και γιατί όχι, αν η προοπτική με την οποία βλέπει κάποιος τις εικονικές κοινότητες ανθρώπων στο διαδίκτυο είναι η ίδια με το άλμπουμ φωτογραφιών από τα παιδικά χρόνια στο χωριό, το σχολείο, την φοιτητική ζωή και την κοινωνικής μας συναναστροφή… με το, χωρίς αμφιβολία, μεγάλο πλεονέκτημα της «ζωντάνιας»…
Η πρώτη μου προσωπική εντύπωση: «βαρετό» και σίγουρα όχι «Must have it»… Ένα «targeted» διαφημιστικό toolkit με τα κλασικά εργαλεία της σύγχρονης επικοινωνιακής επιστήμης… «λίγο μπούτι, λίγο χιούμορ και το αμόρε μου»…
«Στην επόμενη έρευνα φαντάζομαι θα μας πουν ότι όποιος απέχει από το facebook και δεν έχει ipod, απέχει δια της συνεπαγωγής και από το σεξ και την μπύρα;… Το υποκατάστατο της κοι-no-νίας με click… Το facebook ως ο καλύτερος friend της νέας φυλής των e-human…
IP-άρχεις αν IP-άρχεις στο facebook…
και πολλά τέτοια…
Σε μία αλληγορική μεταφορά στον πραγματικό κόσμο μπορεί κανείς να φανταστεί την face-μπουκο-κοι-no-νία ως ένα απέραντο λιβάδι με ανθρώπους στην καμα-σουτρο-στάση 11, κοινώς κορμιά παρ-all-ήλως ξ-app-λωμένα χωρίς καμία app-ολύτως φυσική επαφή, που στην καλύτερη περ-ip-τωση κοιτάνε μια οθόνη app-αγγέλλοντας.
Και παραφράζοντας το Bob Dylan (κοίτα προηγούμενο post)…


Αν τα φέρει η μοίρα να απογυμνωθούμε από κάθε μυστικιστική σπουδαιότητα, αν τα μάτια δεν σταματάνε πάνω μας, αλλά «κάθονται» κάπου αλλού τότε απο-προσωπο-ποιούμαστε (προς + ωψ, ωπός-όψη, οφθαλμός), γινόμαστε «εικονικοί», «αόρατοι». Γινόμαστε αυτό που ονειρευόμασταν στα παιδικά μας χρόνια... να περνάμε μέσα από τοίχους, πόρτες, εμπόδια, όπως οι παιδικοί μας ήρωες.










Κάποτε παίζαμε σε αλάνες με μια πάνινη μπάλα μέχρι που σκοτείνιαζε, ξυπόλητοι, με γόνατα ματωμένα, ιδρωμένοι μέσα στην λάσπη. Σε παιχνίδια όπου πάντα ο πιο άχρηστος συμμετείχε μόνο και μόνο επειδή του ανήκε η μπάλα. Παίζαμε αμέριμνοι μέχρι το σκοτάδι να κάλυπτε τα πάντα, γιατί το παιχνίδι δεν μπορούσε τίποτα να το σταματήσει, μόνο η φωνή της μάνας ή της γιαγιάς από το μπαλκόνι: