Θα αναρωτιέστε (λέμε τώρα) πως ξεκίνησε αυτή η προσπάθεια (ο θεός να την κάνει τέτοια) ;! Θυμάστε όλοι φαντάζομαι το παιδικό τραγουδάκι «Η Γιαγιά μας η καλή» (έλα που δεν το θυμάστε, στο νηπιαγωγείο το μάθαμε και η κοπάνα δεν έπαιζε τότε - ακόμα)…
«Η γιαγιά μας η καλή,
Έχει κότες στην αυλή,
Κότες και κοτόπουλα,
Χήνες και χηνόπουλα»
Έχει κότες στην αυλή,
Κότες και κοτόπουλα,
Χήνες και χηνόπουλα»
Κάπως έτσι αγαπητοί άγνωστοι και υπαρκτοί ελπίζω αναγνώστες μπορεί κάποιος να περιγράψει τα νήπια που «συγγράφουν» αυτό το ιστολόγιο… Μπήκαμε σε διάταξη ηλικίας (όπως στο σχολείο κάποτε – εκεί ο παλιός ήταν θεός) και σεβόμενοι τα γαλόνια βάλαμε και από ένα τετράστιχο ο καθένας.
«Άσπρη πάπια με παπιά,
Γάιδαρο με τόσα αυτιά,
Γαλοπούλες κι ένα γάλο,
Φουσκωμένο και μεγάλο»
Γάιδαρο με τόσα αυτιά,
Γαλοπούλες κι ένα γάλο,
Φουσκωμένο και μεγάλο»
Ο Ηλίας από τις περιπέτειες του κόκορα στο επόμενο:
«Και τον πρώτο πετεινό,
Μέσα σ’ όλο το χωριό,
Που λαλεί κάθε πρωί,
Στης γιαγιάς μας την αυλή»
Μέσα σ’ όλο το χωριό,
Που λαλεί κάθε πρωί,
Στης γιαγιάς μας την αυλή»
και ο σοφός Eddie Με-φι προφανώς από την ραπτομηχανή:
«Η γιαγιά μας η καλή,
Έχει ραπτομηχανή,
Και γαζώνει και μπαλώνει,
Του παππού το παντελόνι»
Έχει ραπτομηχανή,
Και γαζώνει και μπαλώνει,
Του παππού το παντελόνι»

Κάποτε παίζαμε σε αλάνες με μια πάνινη μπάλα μέχρι που σκοτείνιαζε, ξυπόλητοι, με γόνατα ματωμένα, ιδρωμένοι μέσα στην λάσπη. Σε παιχνίδια όπου πάντα ο πιο άχρηστος συμμετείχε μόνο και μόνο επειδή του ανήκε η μπάλα. Παίζαμε αμέριμνοι μέχρι το σκοτάδι να κάλυπτε τα πάντα, γιατί το παιχνίδι δεν μπορούσε τίποτα να το σταματήσει, μόνο η φωνή της μάνας ή της γιαγιάς από το μπαλκόνι: