Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το ξεκίνημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το ξεκίνημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008

Η γιαγιά μας η καλή...

Θα αναρωτιέστε (λέμε τώρα) πως ξεκίνησε αυτή η προσπάθεια (ο θεός να την κάνει τέτοια) ;! Θυμάστε όλοι φαντάζομαι το παιδικό τραγουδάκι «Η Γιαγιά μας η καλή» (έλα που δεν το θυμάστε, στο νηπιαγωγείο το μάθαμε και η κοπάνα δεν έπαιζε τότε - ακόμα)…

«Η γιαγιά μας η καλή,
Έχει κότες στην αυλή,
Κότες και κοτόπουλα,
Χήνες και χηνόπουλα»

Κάπως έτσι αγαπητοί άγνωστοι και υπαρκτοί ελπίζω αναγνώστες μπορεί κάποιος να περιγράψει τα νήπια που «συγγράφουν» αυτό το ιστολόγιο… Μπήκαμε σε διάταξη ηλικίας (όπως στο σχολείο κάποτε – εκεί ο παλιός ήταν θεός) και σεβόμενοι τα γαλόνια βάλαμε και από ένα τετράστιχο ο καθένας.

Ο Άλκης, εμπνεύστηκε από την αναφορά στο όνο στο επόμενο τετράστιχο του τραγουδιού:
«Άσπρη πάπια με παπιά,
Γάιδαρο με τόσα αυτιά,
Γαλοπούλες κι ένα γάλο,
Φουσκωμένο και μεγάλο»
Ο Ηλίας από τις περιπέτειες του κόκορα στο επόμενο:
«Και τον πρώτο πετεινό,
Μέσα σ’ όλο το χωριό,
Που λαλεί κάθε πρωί,
Στης γιαγιάς μας την αυλή»
και ο σοφός Eddie Με-φι προφανώς από την ραπτομηχανή:
«Η γιαγιά μας η καλή,
Έχει ραπτομηχανή,
Και γαζώνει και μπαλώνει,
Του παππού το παντελόνι»

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008

Η παιδική μας η χαρά...

Κάποτε παίζαμε σε αλάνες με μια πάνινη μπάλα μέχρι που σκοτείνιαζε, ξυπόλητοι, με γόνατα ματωμένα, ιδρωμένοι μέσα στην λάσπη. Σε παιχνίδια όπου πάντα ο πιο άχρηστος συμμετείχε μόνο και μόνο επειδή του ανήκε η μπάλα. Παίζαμε αμέριμνοι μέχρι το σκοτάδι να κάλυπτε τα πάντα, γιατί το παιχνίδι δεν μπορούσε τίποτα να το σταματήσει, μόνο η φωνή της μάνας ή της γιαγιάς από το μπαλκόνι:
- «Παλιόπαιδο, γύρνα σπίτι μην έρθω και σε μαυρίσω!!!»

Κάποτε «πολεμούσαμε» με ξύλινα σπαθιά για κάθε σπιθαμή της γειτονιά μας σε λόφους, σοκάκια, λιβάδια. Στα δύσκολα επιστρατεύαμε πέτρες, σφεντόνες και ότι άλλο βρισκόταν μπροστά μας… Γρατσουνιές, αίματα, καρούμπαλα οδηγούσαν στο «ιατρείο» της γιαγιάς… με κουρέλια και γάζες…

Κάποτε φτιάχναμε αυτοσχέδια τροχοφόρα, ανεβαίναμε πάνω τους και αφηνόμασταν στο έλεος μιας κατηφόρας με φρένο τα τρύπια σανδάλια μας, τους φράχτες ή τα δέντρα του χωριού… Κάποτε κυνηγούσαμε πεταλούδες, πυγολαμπίδες και διάφορα άλλα «ζωύφια» και τα τοποθετούσαμε σε άδεια βαζάκια μαρμελάδας έτσι για να διαπιστώναμε τι θα κάνουν.

Κάποτε διαβάζαμε βιβλία παντού, ακόμη και την ώρα που τρώγαμε με απίστευτη δίψα για την έκβαση τους. Δεν θέλαμε να χάσουμε ούτε λέξη, ούτε γραμμή... ταυτιζόμασταν με το ήρωα, ζούσαμε μέσα στα βιβλία σε ένα περίεργο μείγμα φαντασίας και πραγματικότητας.

Κάποτε ονειρευόμασταν να γίνουμε άντρες και τα κοριτσάκια που μας άρεσαν να γίνουν γυναίκες. Κάναμε ατέλειωτες κουβέντες μεταξύ μας κοκορευόμενοι ο ένας στον άλλον για τα «κατορθώματα» μας, τις κατακτήσεις μας, για τα χαμόγελα και τις χειραψίες που είχαμε μαζί τους.

Ε να λοιπόν, πέρασαν τρεις δεκαετίες, γίναμε άντρές, μεγαλώσαμε, σπουδάσαμε, ερωτευτήκαμε, πληγωθήκαμε… αλλά η παιδικότητα έμεινε αναλλοίωτη μέσα μας. Και ως «σοφά» πλέον μωρά, φτιάξαμε την παιδική μας χαρά.